Η δωροληψία και η δωροδοκία συνιστούν τις δύο κύριες μορφές των αδικημάτων που σχετίζονται με την έννοια της διαφθοράς, επηρεάζοντας κρίσιμα τη δημόσια διοίκηση και τον ιδιωτικό τομέα. Δωροληψία είναι η πράξη κατά την οποία ένας δημόσιος υπάλληλος (ή πρόσωπο εξομοιούμενο με αυτόν) ζητεί ή λαμβάνει για τον εαυτό του ή για τρίτον οποιοδήποτε ωφέλημα με αντάλλαγμα συγκεκριμένη υπηρεσιακή ενέργεια ή παράλειψη. Αντίστοιχα, η δωροδοκία αφορά το πρόσωπο που υπόσχεται ή παρέχει το ωφέλημα στον υπάλληλο, επιδιώκοντας να επηρεάσει τη νόμιμη λειτουργία του κράτους ή την ορθή εκπλήρωση των υπηρεσιακών καθηκόντων.
Οι κυρώσεις διαβαθμίζονται ανάλογα με τη βαρύτητα της παράνομης συμφωνίας, τον ρόλο των εμπλεκομένων και τις τυχόν επιβαρυντικές περιστάσεις. Σε αυστηρότερο πλαίσιο τίθενται οι υποθέσεις που περιλαμβάνουν δωροληψία ή δωροδοκία δικαστικών λειτουργών ή αφορούν πολιτικά πρόσωπα, αναγνωρίζοντας την αυξημένη ανάγκη προστασίας της ακεραιότητας του δημόσιου βίου. Περαιτέρω αυστηροποίηση της ποινικής αντιμετώπισης προβλέπεται στις περιπτώσεις όπου οι πράξεις τελούνται κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια, λαμβάνουν οργανωμένο χαρακτήρα ή συσχετίζονται με άλλα οικονομικά αδικήματα, όπως η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Εκτός από τις δωροληψίες και δωροδοκίες που αφορούν δημόσιους λειτουργούς, η νομοθεσία καλύπτει και τις λεγόμενες «ιδιωτικές δωροδοκίες», στις οποίες η αθέμιτη υπόσχεση ή παροχή ωφελήματος στοχεύει να επηρεάσει ενέργειες σε καθαρά ιδιωτικές συναλλαγές ή εταιρικές αποφάσεις. Η ποινική μεταχείριση μπορεί να περιλαμβάνει πρόστιμα, στερητικές της ελευθερίας ποινές και δήμευση παρανόμων περιουσιακών οφελημάτων, ενώ για ορισμένες κατηγορίες αδικημάτων προβλέπεται η στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων ή η έκπτωση από το δημόσιο αξίωμα. Σε περιπτώσεις εμπλοκής νομικών προσώπων, οι αρμόδιες αρχές έχουν τη δυνατότητα να επιβάλουν πρόσθετα διοικητικά μέτρα, όπως αποκλεισμό από δημόσιους διαγωνισμούς ή επιτήρηση της εταιρικής δραστηριότητας.
Η αποτελεσματική πρόληψη και αντιμετώπιση των αδικημάτων δωροληψίας και δωροδοκίας απαιτούν ολοκληρωμένα προγράμματα συμμόρφωσης (compliance programs) και ενίσχυση των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου. Ένας σαφής κώδικας δεοντολογίας, η συνεπής εκπαίδευση του προσωπικού και η δυνατότητα ανώνυμης αναφοράς ύποπτων συναλλαγών συμβάλλουν στην έγκαιρη ανίχνευση και αποτροπή περιστατικών διαφθοράς. Η διαφάνεια σε δημόσιες συμβάσεις, η ηλεκτρονική διενέργεια διαγωνισμών και η συνεργασία των δημόσιων αρχών με τις επιχειρήσεις ενισχύουν περαιτέρω την αποτελεσματική καταπολέμηση αυτών των φαινομένων, διαμορφώνοντας ένα περιβάλλον μεγαλύτερης λογοδοσίας και εμπιστοσύνης.