Πώς πετύχαμε την ακύρωση κατηγορητηρίου κακουργηματικής λαθρεμπορίας
Αποδοχή ένστασης ακυρότητας από το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων λόγω μη νόμιμης επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο εντολέα της εταιρείας μας.
Στο πλαίσιο εκδίκασης ποινικής υπόθεσης εντολέα της εταιρείας μας ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους δικηγόρους Δημήτριο Πιπεράκη (Διευθύνων Εταίρος) και Ευαγγελία Κούρτη, έγινε δεκτή η ένσταση ακυρότητας επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος προς στον κατηγορούμενο, καθώς και οι αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 155-156 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αν ο ενδιαφερόμενος διάδικος έχει διορίσει συνήγορο ή αντίκλητο, η επίδοση γίνεται παράλληλα και στον διορισμένο συνήγορο ή αντίκλητο. Επίσης, αν δεν βρεθεί στην κατοικία του ο ενδιαφερόμενος ή ο σύνοικος ή ο οικιακός βοηθός ή θυρωρός, όποιος κάνει την επίδοση επικολλά τον ως άνω φάκελο στην πόρτα της κατοικίας και αν η θυροκόλληση έγινε επειδή τα πρόσωπα που αναφέρονται πιο πάνω αρνήθηκαν να πάρουν το επιδιδόμενο έγγραφο ή απουσίαζαν ή δεν υπήρχαν, επιδίδεται αντίγραφο του εγγράφου αυτού στον διορισμένο αντίκλητο του ενδιαφερομένου διαδίκου. Επιπλέον, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο αν η επίδοση γίνει με φυσικό τρόπο στη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του που δηλώθηκε τελευταία από τον ίδιο ή τον συνήγορό του κατά την εξέτασή του στην προκαταρκτική εξέταση ή την προανάκριση ή την ανάκριση.
Στην ως άνω υπόθεση, το κλητήριο θέσπισμα που καλούσε τον κατηγορούμενο να δικαστεί ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου δεν είχε επιδοθεί καθόλου στον ίδιο τον κατηγορούμενο, παρά μόνο είχε επιδοθεί στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο που είχε ορίσει ο κατηγορούμενος από το στάδιο της ανάκρισης, χωρίς να έχει μεσολαβήσει οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης του τελευταίου μέχρι την ημερομηνία της δικασίμου.
Η παράλειψη επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο συνιστά σχετική ακυρότητα της διαδικασίας και δεν θεραπεύεται από μόνο το γεγονός της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο. Επιπρόσθετα, αυτή η σχετική ακυρότητα πρέπει να προβληθεί στο ακροατήριο και μάλιστα πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας.
Μετά την νομότυπη και εμπρόθεσμη προβολή των ανωτέρω ένστασης ακυρότητας και αντιρρήσεων στην πρόοδο της δίκης, το Δικαστήριο διαπίστωσε το ότι δεν είχε λάβει χώρα η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, κήρυξε την ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και απαράδεκτη την πρόοδο της δίκης.
Η κήρυξη των ως άνω από το Δικαστήριο είναι κρίσιμη για τον εκάστοτε κατηγορούμενο γιατί διαφυλάσσονται τα υπερασπιστικά του δικαιώματα και ειδικά το ότι πρέπει να λαμβάνει ο ίδιος προσωπικά νόμιμη και πλήρη γνώση της κατηγορίας, κάτι που συνιστά αναγκαία προϋπόθεση της δίκαιης δίκης.