Ίδρυση Ανώνυμης Εταιρείας (Α.Ε.)

Σύσταση Εταιρειών
Ίδρυση Ανώνυμης Εταιρείας (Α.Ε.)

Α. Η Ανώνυμη Εταιρεία αποτελεί τον πολυπλοκότερο εταιρικό τύπο που προβλέπει η ελληνική νομοθεσία, κατάλληλο ιδίως για επιχειρήσεις με ευρεία εμπορική δραστηριότητα και ευρεία συμμετοχή ετερόκλητων μετόχων που συνασπίζονται προκειμένου να δημιουργήσουν έναν μεγάλο οργανισμό ικανό να δείξει το ανταγωνιστικό του πρόσωπο στο δύσκολο επιχειρηματικό περιβάλλον. Η ευθύνη του μετόχου περιορίζεται στη συμμετοχή του στο μετοχικό κεφάλαιο, ενώ προστατεύονται και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή ο σύμβουλος – διαχειριστής αυτής, πλην ελαχίστων περιπτώσεων, καθώς κατά κανόνα μόνη υπεύθυνη για τις υποχρεώσεις της είναι η ίδια η εταιρεία. Προς τούτο όμως είναι απαραίτητη η διαμόρφωση ενός ορθολογικού καταστατικού που θα διέπει με καθαρότητα τις σχέσεις μεταξύ των μετόχων και τις εξουσίες του διοικητικού συμβουλίου.

Συνοπτικά:

  1. Η ΑΕ ευθύνεται η ίδια για τα χρέη της.
  2. Το κεφάλαιό της χωρίζεται σε μετοχές διαφόρων ειδών.
  3. Η ΑΕ μπορεί να ιδρύεται από περισσότερα πρόσωπα ή να είναι Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία.
  4. Η σύσταση της ΑΕ γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο.
  5. Η σύσταση της ΑΕ μπορεί να γίνει με ιδιωτικό συμφωνητικό – έγγραφο, εφόσον το περιεχόμενο του καταστατικού της εμπεριέχει μόνο τα στοιχεία εκείνα που ρητά και περιοριστικά ορίζονται από την κείμενη νομοθεσία.
  6. Η τροποποίηση του καταστατικού γίνεται με ιδιωτικό συμφωνητικό και δεν απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο.
  7. Η τροποποίηση του καταστατικού μπορεί να γίνει μετά από σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων ή του Διοικητικού Συμβουλίου, εφόσον υπάρχει ειδική πρόβλεψη στο καταστατικό.
  8. Υπάρχει μεγάλη ελευθερία ως προς την επιλογή της επωνυμίας της ΑΕ καθώς μπορεί να περιλαμβάνει το όνομα του ιδρυτή ή κάποιου μετόχου, λέξεις που αντιπροσωπεύουν το αντικείμενο της δραστηριότητάς της ή κάποια ηλεκτρονική διεύθυνση. Επίσης η επωνυμία μπορεί να είναι φανταστική ή να περιέχει άλλες – πέραν των ανωτέρω λεκτικές ενδείξεις που να συνδέονται όμως άμεσα και διαρκώς με την ΑΕ.
  9. Έδρα της εταιρείας αποτελεί ο Δήμος που αποτυπώνεται στο καταστατικό της.
  10. Η ΑΕ μπορεί να ιδρύει υποκαταστήματα, πρακτορεία ή να διατηρεί δευτερεύουσα εγκατάσταση στην Ελλάδα ή την αλλοδαπή.
  11. Η διάρκεια της ΑΕ είναι ορισμένου ή αορίστου χρόνου.
  12. Τα στοιχεία και οι πράξεις που υποβάλλονται σε δημοσιότητα είναι ενδεικτικά: α) η ιδρυτική πράξη (καταστατικό), β) τροποποιήσεις καταστατικού, γ) αποφάσεις που αφορούν στην τροποποίηση του καταστατικού, δ) αποφάσεις με τις οποίες διορίζονται οι νόμιμοι εκπρόσωποι και τα πρόσωπα που ασκούν τη διαχείριση στη ΑΕ, ε) αποφάσεις διορισμού των ελεγκτών της ΑΕ, στ) αποφάσεις για την αύξηση ή τη μείωση του μετοχικού κεφαλαίου, ζ) αποφάσεις πιστοποίησης καταβολής του μετοχικού κεφαλαίου, η) οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις και η σχετική έκθεση του διοικητικού συμβουλίου, θ) η λύση της εταιρείας, ι) δικαστικές αποφάσεις που κηρύσσουν άκυρη την εταιρεία ή αποφάσεις των οργάνων αυτής, κ) αποφάσεις διορισμού των εκκαθαριστών.
  13. Το ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ανέρχεται στο ποσό των 25.000 ευρώ.
  14. Η καταβολή του μετοχικού κεφαλαίου γίνεται σε χρήμα ή σε είδος.
  15. Η ΑΕ για την κάλυψη του μετοχικού της κεφαλαίου (αρχικού ή μετά από αύξηση) μπορεί να προσφύγει στο κοινό.
  16. Η ΑΕ για την κάλυψη μετατρέψιμου ομολογιακού δανείου μπορεί να προσφύγει στο κοινό.
  17. Αναφορικά με τις εισφορές σε είδος, πρέπει στο καταστατικό της ΑΕ ή την απόφαση του αρμοδίου οργάνου να γίνεται μνεία του είδους της εισφοράς, του προσώπου που αναλαμβάνει τη σχετική υποχρέωση και του ποσού του κεφαλαίου που αυτή αντιστοιχεί.
  18. Οι εισφορές σε είδος αποτελούν στοιχεία του ενεργητικού που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα. Η αποτίμηση προσδιορίζεται από τη σχετική έκθεση ειδικών εκτιμητών.
  19. Για την εκτίμηση των πάγιων περιουσιακών στοιχείων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η πραγματική και νομική κατάσταση αυτών και τα τυχόν βάρη, καθώς και: α) προκειμένου περί ακινήτων, η αξία και οι τίτλοι κτήσης, η εμπορικότητα της περιοχής, οι προοπτικές ανάπτυξης, οι πραγματικές τρέχουσες τιμές, η άδεια οικοδομής και αντίστοιχη τεχνική έκθεση μηχανικού, β) προκειμένου περί μηχανημάτων, μεταφορικών μέσων και επίπλων, η χρονολογία και η αξία κτήσης, ο βαθμός χρησιμοποίησης, συντήρησης και εμπορευσιμότητάς τους, η ενδεχόμενη τεχνολογική απαξίωσή τους και οι τρέχουσες τιμές για ίδια ή παρεμφερή πάγια στοιχεία.
  20. Η καταβολή εισφορών σε είδος πρέπει να γίνει εντός 6 μηνών από την ημερομηνία καταρτίσεως της έκθεσης αποτίμησης.
  21. . Εξαίρεση από την έκθεση αποτίμησης αποτελεί μεταξύ άλλων η εισφορά σε είδος που αφορά μέσα χρηματαγοράς, κινητές αξίες, όταν: α) Οι κινητές αξίες ή τα μέσα χρηματαγοράς αποτιμώνται στη μέση σταθμισμένη τιμή, στην οποία αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ρυθμιζόμενη αγορά κατά το τελευταίο εξάμηνο πριν από την ημερομηνία πραγματοποίησης της σχετικής εισφοράς, β) η τιμή της προηγούμενης περίπτωσης έχει επηρεασθεί από εξαιρετικές περιστάσεις που μπορούν να μεταβάλουν αισθητά την αξία των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων κατά την ημερομηνία πραγματοποίησης της εισφοράς, όπως μεταξύ άλλων σε περιπτώσεις που η αγορά τέτοιων κινητών αξιών ή μέσων χρηματαγοράς έχει παύσει να έχει ρευστότητα, η αξία πρέπει να αναπροσαρμόζεται με πρωτοβουλία και ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου. Για την αναπροσαρμογή της παραπάνω αξίας γίνεται αποτίμηση. Ο μέτοχος που εισέφερε τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία υποχρεούται να καταβάλει αμέσως οποιαδήποτε επιπλέον διαφορά σε μετρητά, διαφορετικά θεωρείται ότι δεν κατέβαλε την εισφορά του. γ) Τα προς εισφορά περιουσιακά στοιχεία δεν είναι κινητές αξίες ή μέσα χρηματαγοράς, αρκεί να έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο αποτίμησης από αναγνωρισμένο ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα και η εύλογη αξία των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων έχει προσδιοριστεί για ημερομηνία που δεν προηγείται πέραν των έξι (6) μηνών της ημερομηνίας πραγματοποίησης της σχετικής εισφοράς και η αποτίμηση πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με τους γενικά αποδεκτούς κανόνες και τις αρχές αποτίμησης, δ) τα περιουσιακά αυτά στοιχεία έχουν αποτιμηθεί και η εύλογη αξία των οποίων προκύπτει, για καθένα από αυτά προκύπτει από τους υποχρεωτικούς λογαριασμούς του προηγούμενου οικονομικού έτους, εφόσον οι λογαριασμοί αυτοί αποτέλεσαν αντικείμενο ελέγχου.
  22. Μέτοχοι έχουν δικαίωμα να προκαλέσουν την αναπροσαρμογή της αξίας των προς εισφορά περιουσιακών στοιχείων, ίδια όταν οι συνθήκες συνηγορούν προς την αισθητή μεταβολή της αξίας αυτών.
  23. Η απόκτηση περιουσιακού στοιχείου του ενεργητικού από την ΑΕ τελεί υπό αυστηρές προϋποθέσεις για την εγκυρότητα της μεταβίβασης, όταν πωλητής είναι ιδρυτής ή μέτοχος της ΑΕ ή στενό μέλος της οικογένειας των προσώπων αυτών ή νομικό πρόσωπο ελεγχόμενο από τα φυσικά αυτά πρόσωπα ή στην περίπτωση που ο πωλητής εντός των τελευταίων 12 μηνών απέκτησε το εν λόγω περιουσιακό στοιχεία από τα ανωτέρω φυσικά πρόσωπα.
  24. Το αρχικό κεφάλαιο καταβάλλεται από τους ιδρυτές κατά τη σύστασης της ΑΕ
  25. Για την καταβολή του κεφαλαίου που αντιστοιχεί σε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου δίδεται από τη Γενική Συνέλευση περίοδος χάριτος που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους 4 μήνες από την ημεροχρονολογία δημοσίευσης της απόφασης στο ΓΕΜΗ.
  26. Προβλέπεται η δυνατότητα μέρος του κεφαλαίου αντί να κατατεθεί σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας να αναλωθεί σε δαπάνες για τους σκοπούς της εταιρείας εάν τούτο προβλέπεται στο καταστατικό ή την αντίστοιχη απόφαση του αρμοδίου οργάνου.
  27. Δίδεται η δυνατότητα η καταβολή της εισφοράς να γίνει δυνάμει συμψηφισμού οφειλής της ΑΕ προς τον υπόχρεο καταβολής της εισφοράς σε συνάρτηση με την οικεία απόφαση του αρμοδίου οργάνου που αποφαίνεται περί της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου και της αντίστοιχης βεβαίωσης ορκωτού ελεγκτή – λογιστή.
  28. Για την τακτική αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία των μετόχων της Γενικής Συνέλευσης.
  29. Με ειδική πρόβλεψη στο καταστατικό ή σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, δίδεται η δυνατότητα στο Διοικητικό Συμβούλιο ή και στην ίδια τη Γενική Συνέλευση για περιορισμένο χρονικό διάστημα να προβαίνει σε (έκτακτη) αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου.
  30. Στην περίπτωση αύξησης μετοχικού κεφαλαίου με εισφορά σε χρήμα ή έκδοσης ομολογιών με δικαίωμα μετατροπής σε μετοχές, παρέχεται δικαίωμα προτίμησης υπέρ των υφισταμένων μετόχων, πλην ειδικών προβλέψεων του καταστατικού.
  31. Με ειδική πρόβλεψη του καταστατικού δύναται η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και στις περιπτώσεις εισφορών σε είδος αλλά και για περιπτώσεις κάποιου ή κάποιων κατηγοριών εκ των μετοχών.
  32. Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ΑΕ που λαμβάνεται με αυξημένη πλειοψηφία, δύναται να περιορισθεί ή καταργηθεί το δικαίωμα προτίμησης για την περίπτωση της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου.
  33. Στην περίπτωση μείωσης του μετοχικού κεφαλαίου, προβλέπεται διαδικασία για την προστασία των πιστωτών.
  34. Στην ΑΕ προβλέπεται η δυνατότητα απόσβεσης κεφαλαίου με τη χρήση σχηματισμένων ειδικών αποθεματικών.
  35. Η ΑΕ μπορεί να εκδίδει μετοχές, ομολογίες, τίτλους κτήσης μετοχών (warrants), ιδρυτικούς τίτλους.
  36. Οι μετοχές της ίδιας σειράς ή κατηγορίας έχουν ίδια ονομαστική αξία.
  37. Η διαφορά που προκύπτει από την έκδοση μετοχών σε τιμή άνω του άρτιου μπορεί να κεφαλαιοποιηθεί ή να συμψηφισθεί προς απόσβεση ζημιών.
  38. Κάθε μετοχή είναι ισότιμη με τις λοιπές μετοχές της ίδιας σειράς ή κατηγορίας.
  39. Οι μετοχές διακρίνονται σε κοινές και προνομιούχες, με δικαίωμα ή μη ψήφου, εξαγοράσιμες ή μη, μετατρέψιμες ή μη, δεσμευμένες ή μη. Είναι δε πάντοτε ονομαστικές.
  40. Στο καταστατικό ορίζεται το είδος των προνομίων που διέπουν το καθεστώς των προνομιούχων μετοχών της ΑΕ.
  41. Οι μειοψηφούντες μέτοχοι έχουν το δικαίωμα να επιδιώξουν δικαστικά την εξαγορά των μετοχών του από την ίδια την ΑΕ.
  42. Οι μειοψηφούντες μέτοχοι έχουν το δικαίωμα να επιδιώξουν δικαστικά την εξαγορά των μετοχών από τον πλειοψηφούντα μέτοχο.
  43. Ο πλειοψηφούν μέτοχος δύναται να εξαγοράσει τις μετοχές της μειοψηφίας μετά από αίτηση ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου.
  44. Η ΑΕ δεν αποκτά με πρωτότυπη κτήση παρά μόνο με παράγωγη κτήση και υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Τούτο συνεπάγεται ότι αναστέλλεται το δικαίωμα παράστασης στη Γενική Συνέλευσης και εκείνο της παροχής ψήφου, ενώ οι μετοχές αυτές δεν λαμβάνονται υπόψιν για το σχηματισμό απαρτίας ούτε επί της διανομής μερίσματος αλλά ούτε και κατά την άσκηση του δικαιώματος προτίμησης επί της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου.
  45. Οι μετοχές μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο ενεχύρου ή επικαρπίας. Στην περίπτωση αυτή, πλην αντίθετης πρόβλεψης, το δικαίωμα ψήφου και τα λοιπά μη περιουσιακά δικαιώματα του μετόχου ασκούνται από τον επικαρπωτή ή τον ενεχυραστή.
  46. Για την έκδοση ομολογιακού δανείου, αρμόδιο είναι καταρχάς το Διοικητικό Συμβούλιο κατά τους όρους και προβλέψεις του καταστατικού.
  47. Οι ομολογίες που είναι μετατρέψιμες σε μετοχές είναι πάντα ονομαστικές.
  48. Οι όροι του ομολογιακού δανείου, ιδίως αυτοί που αφορούν το ανώτατο ποσό του δανείου, τη μορφή, την ονομαστική αξία ή τον αριθμό των ομολογιών, τον τρόπο καταβολής του ομολογιακού δανείου, το επιτόκιο, τον τρόπο προσδιορισμού αυτού, τα ωφελήματα και τις εξασφαλίσεις που παρέχονται στους ομολογιούχους, τον ορισμό πληρεξουσίου καταβολών, την οργάνωση των ομολογιούχων σε ομάδα, το εφαρμοστέο δίκαιο, τα αρμόδια δικαστήρια, την τυχόν συμφωνία διαιτησίας, το χρόνο αποπληρωμής και εν γένει της εξόφλησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις ομολογίες, τη διαδικασία καταγγελίας και την προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να διατεθούν οι ομολογίες, καθορίζονται ελεύθερα από την εκδότρια.
  49. Στο πρόγραμμα του ομολογιακού δανείου καθορίζονται κατ’ ελάχιστον οι βασικοί όροι και προϋποθέσεις αυτού, ενώ το πρόγραμμα μπορεί να τροποποιηθεί με τη σύμφωνη γνώμη της συνέλευσης των ομολογιούχων.
  50. Οι ομολογίες μεταβιβάζονται ελεύθερα πλην αντίθετης πρόβλεψης, ακόμα και από την ίδια την εκδότρια, η οποία προβαίνει στην ακύρωσή τους ή σε νέα διάθεσή τους.
  51. Περιπτώσεις υποχρεωτικής συγκρότησης σε σώμα (σε συνέλευση) των ομολογιούχων: α) στην περίπτωση έκδοσης δανείου που εισάγεται στη ρυθμιζόμενη αγορά, εκτός εάν δεν υπερβαίνει το ένα έτος, β) στην περίπτωση τιτλοποίησης των απαιτήσεων ή των απαιτήσεων από ακίνητα, γ)σε περίπτωση εξασφάλισης του ομολογιακού δανείου με εμπράγματη ασφάλεια.
  52. Κάθε ομολογία παρέχει δικαίωμα μιας ψήφου, πλην εκείνων των ομολογιών που κατέχει η εκδότρια.
  53. Είδη ομολογιακού δανείου: α) κοινό ομολογιακό δάνειο, β) ομολογιακό δάνειο με ανταλλάξιμες ομολογίες, γ) ομολογιακό δάνειο με μετατρέψιμες ομολογίες, δ) ομολογίες με δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη.
  54. Η ΑΕ διοικείται από το Διοικητικό Συμβούλιο. Μέλη του μπορεί να είναι μέτοχοι ή μη που είναι επανεκλέξιμοι και ελεύθερα ανακλητοί. Ελάχιστος αριθμός μελών τα 3 και μέγιστος τα 15.
  55. Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου μπορεί να είναι και νομικό πρόσωπο. Για την ενάσκηση δε των εξουσιών του, το νομικό πρόσωπο αυτό πρέπει να ορίσει φυσικό πρόσωπο που φέρει εις ολόκληρο ευθύνη με το νομικό πρόσωπο ως προς την εταιρική διαχείριση.
  56. Το Διοικητικό Συμβούλιο (πλην του πρώτου) εκλέγεται από τη Γενική Συνέλευση. Υπάρχει ωστόσο και η δυνατότητα, κάποια μέλη να ορίζονται απευθείας από κάποιον ή κάποιους μετόχους.
  57. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου έχουν υποχρέωση πίστης απέναντι στην ΑΕ, ήτοι να μην επιδιώκουν συμφέροντα αντίθετα με εκείνα της ΑΕ, να γνωστοποιούν έγκαιρα τα ίδια συμφέροντά τους, να τηρούν εχεμύθεια και να μην προβαίνουν σε ανταγωνιστικές πράξεις.
  58. Το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου που διατηρεί ο ίδιος ή συνδεδεμένα με αυτόν μέρη αντίθετα συμφέροντα σε σχέση με εκείνα της ΑΕ δεν έχει δικαίωμα ψήφου.
  59. Είναι άκυρη κάθε σύμβαση της ΑΕ με συνδεδεμένα με αυτήν μέρη, όπως επί εταιρειών με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, κατά το Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 24, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από αυτά, σύμφωνα με το Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 27. Ως προς τις λοιπές δε εταιρείες, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τα πρόσωπα που ελέγχουν την εταιρεία, τα στενά μέλη οικογένειας των προσώπων αυτών, όπως αυτά ορίζονται στο Παράρτημα Α του ν. 4308/2014, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τους παραπάνω. Τα πρόσωπα, ως προς τα οποία έχει επεκταθεί με καταστατική πρόβλεψη. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπονται μεταξύ άλλων α) συναλλαγές με τα ανωτέρω πρόσωπα στην περίπτωση τρεχουσών συναλλαγών, β) συμβάσεις της ΑΕ με τους μετόχους αυτής, εφόσον τα ίδια μέτρα ισχύουν για το σύνολο των μετόχων, χωρίς να παραβλάπτεται η ίση μεταχείριση και η προστασία των συμφερόντων της εταιρείας, γ) συμβάσεις με θυγατρική υπό τους όρους της κείμενης νομοθεσίας, δ) συναλλαγές για τις οποίες απαιτείται απόφαση της Γενικής Συνέλευσης υπό τον όρο ότι κατά την κείμενη νομοθεσία προστατεύεται επαρκώς η ισότητα των μετόχων.
  60. Η άδεια κατάρτισης συναλλαγής της εταιρείας με συνδεδεμένο μέρος ή παροχής ασφαλειών και εγγυήσεων προς τρίτους υπέρ του συνδεδεμένου μέρους, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, παρέχεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ή και από τη Συνέλευση των μετόχων εφόσον ζητηθεί αρμοδίως.
  61. Είναι σαφείς οι προϋποθέσεις της ευθύνης μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου έναντι της ΑΕ όπως σαφής είναι η διαδικασία αναζήτησης της ευθύνης αυτής από το Διοικητικό Συμβούλιο ή τη Γενική Συνέλευση.
  62. Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης μπορεί θα καταρτισθεί πρόγραμμα διάθεσης μετοχών υπό τη μορφή δικαιώματος προαίρεσης στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, στο προσωπικό, σε συνδεδεμένα πρόσωπα και σε συνεργάτες που παρέχουν υπηρεσία σε σταθερή βάση. Η διάθεση των μετοχών μπορεί να είναι και δωρεάν.
  63. Αντί του Διοικητικού Συμβουλίου μπορεί να θεσπισθεί μονοπρόσωπο όργανο (Σύμβουλος – Διαχειριστής).
  64. Η Γενική Συνέλευση των μετόχων αποτελεί το ανώτερο όργανο της ΑΕ και συνήθως το πολυπληθέστερο. Κατά κανόνα συνέρχεται σε συνέλευση όταν βρίσκεται σε απαρτία όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται μέτοχοι που εκπροσωπούν τουλάχιστον το 1/5 του μετοχικού κεφαλαίου. Σε περίπτωση δε μη επίτευξης απαρτίας η Γενική Συνέλευση συνεδριάζει έγκυρα οσοδήποτε και εάν είναι το εκπροσωπούμενο τμήμα του μετοχικού κεφαλαίου.
  65. Κατ εξαίρεση, προκειμένου για αποφάσεις που αφορούν τη μεταβολή της εθνικότητας της ΑΕ, τη μεταβολή του αντικειμένου της επιχείρησης αυτής, την επαύξηση των υποχρεώσεων των μετόχων, την τακτική αύξηση του κεφαλαίου, εκτός αν επιβάλλεται από το νόμο ή γίνεται με κεφαλαιοποίηση αποθεματικών, τη μείωση του κεφαλαίου, τη μεταβολή του τρόπου διάθεσης των κερδών, τη συγχώνευση, διάσπαση, μετατροπή, αναβίωση, παράταση της διάρκειας ή διάλυση της εταιρείας, την παροχή ή ανανέωση εξουσίας προς το διοικητικό συμβούλιο για αύξηση του κεφαλαίου, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση που ορίζεται στο νόμο ότι η γενική συνέλευση αποφασίζει με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, η συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα επί των θεμάτων της αρχικής ημερήσιας διάταξης, όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται σε αυτήν μέτοχοι εκπροσωπούντες το ήμισυ (1/2) του καταβεβλημένου κεφαλαίου. Σε περίπτωση δε μη επίτευξης απαρτίας η Γενική Συνέλευση συνεδριάζει έγκυρα όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται μέτοχοι που εκπροσωπούν τουλάχιστον το 1/3 του μετοχικού κεφαλαίου.
  66. Η πλειοψηφία για τη λήψη αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης και το ποσοστό απαρτίας για τη συνεδρίαση του εν λόγω οργάνου, μπορεί να διαφοροποιείται με σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της ΑΕ.
  67. Απόφαση της Γενικής Συνέλευσης που δεν είναι σύμφωνη με το νόμο ή το καταστατικό ακυρώνεται μετά από απόφαση του αρμοδίου Δικαστηρίου κατόπιν σχετικής αγωγής από μέτοχο ή μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τις κείμενες προβλέψεις.
  68. Στην περίπτωση που μέτοχοι δεν μπορούν να αιτηθούν την ακύρωση της απόφασης λόγω του ότι εκπροσωπούν ποσοστό επί του μετοχικού κεφαλαίου που υπολείπεται του ελαχίστου κατά την κείμενη νομοθεσία ποσοστού, δύνανται να αξιώσουν την αποκατάσταση κάθε βλάβης που υπέστησαν από την αιτία αυτή.
  69. Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα πριν από την άσκηση της αγωγής που έχει αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας απόφασης Γενικής Συνέλευσης.
  70. Η μειοψηφία των μετόχων δικαιούται να ζητήσει από το Διοικητικό Συμβούλιο τη σύγκληση έκτακτης Γενικής Συνέλευσης ή την εγγραφή θέματος προς λήψη απόφασης στην ημερήσια διάταξη, τη διενέργεια εκτάκτου ελέγχου ή τέλος την αναβολή λήψης απόφασης επί συγκεκριμένου θέματος της ημερήσιας διάταξης. Δικαιούται επίσης να ζητά πληροφορίες επί υποθέσεων που έχουν ενταχθεί στην ημερήσια διάταξη και να ζητά και πίνακα μετόχων της ΑΕ.
  71. Το τακτικό αποθεματικό σχηματίζεται από τη παρακράτηση ποσοστού 1/20 εκ των ετήσιων καθαρών κερδών της ΑΕ.
  72. Πέραν των προϋποθέσεων που αφορούν στην μείωση κεφαλαίου, δεν μπορεί να γίνει διανομή κερδών στην περίπτωση που η καθαρή θέση της ΑΕ (μετά τη διανομή) θα υπολείπεται του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΕ προσαυξημένου από τα ποσά των αποθεματικών (που δεν επιτρέπεται να διανεμηθούν) και από τα πιστωτικά κονδύλια της καθαρής θέσης (που δεν επιτρέπεται να διανεμηθούν ή που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη).
  73. Η ΑΕ τηρεί διπλογραφικά λογιστικά βιβλία και συνεπώς παρακολουθείται μεταξύ άλλων το ταμείο της.
  74. Φόρος εισοδήματος 22% και φόρος κατά τη διανομή μερίσματος 5%.

Β. Χρήσιμες πληροφορίες για τη σύσταση της ΑΕ.

  • Τρεις τουλάχιστον επωνυμίες – διακριτικοί τίτλοι.
  • ΚΑΔ – Δραστηριότητα.
  • Έδρα (Δήμος).
  • Στοιχεία ιδρυτών:
  • Ονοματεπώνυμο,
  • Ονοματεπώνυμο πατρός,
  • Ονοματεπώνυμο μητρός
  • τόπος κατοικίας, διεύθυνση, Τ.Κ.
  • επάγγελμα,
  • ημερομηνία και τόπος γέννησης
  • αριθμός ΑΔΤ –ημερομηνία και ΑΤ έκδοσης,
  • Α.Φ.Μ.-Δ.Ο.Υ.,
  • ΑΜΚΑ, φορέας ασφάλισης και πρώτο έτος ασφάλισης,
  • Κωδικούς Taxis ιδρυτών,
  • Αριθμό λογαριασμού Τραπέζης και IBAN για δοσοληψίες της υπό σύσταση ΑE.
  • Εταιρικό κεφάλαιο και ποσοστά συμμετοχής κάθε μετόχου σε αυτό ανά είδος εισφοράς.
  • Διάρκεια λειτουργίας της ΑΕ.
  • Πλήρη στοιχεία μελών Διοικητικού Συμβουλίου.

Γ. Χρήσιμα δικαιολογητικά:

  1. Αντίγραφα των Δελτίων Αστυνομικής Ταυτότητας / διαβατηρίων των ιδρυτών.
  2. Μισθωτήριο για την έδρα της υπό σύσταση ΑΕ και την ανάρτηση του taxis.
  3. Πληρωμή των τελών για τη σύσταση της ΑΕ, ενώπιον του Γ.Ε.ΜΗ.
  4. Στην περίπτωση που ιδρυτής είναι νομικό πρόσωπο ημεδαπής, ήτοι ελληνική εμπορική εταιρεία, τότε απαιτείται επικαιροποιημένο καταστατικό, πιστοποιητικό μεταβολών, πιστοποιητικό διαχείρισης και πιστοποιητικό φερεγγυότητας.

Η Piperakis – Kostopoulos Law Firm διαθέτει την εμπειρία και την τεχνογνωσία να σας συμβουλεύει, αλλά και να σας προστατεύσει προκαταβολικά ή μετά την επέλευση του κινδύνου. Τα ζητήματα που θίγονται ανωτέρω εντάσσονται στο πεδίο των δεξιοτήτων μας, γεγονός που αποτελεί εχέγγυο ως προς τον προσήκοντα από εμάς χειρισμό του θέματος που μας αναθέτετε.