Ιατροί – Πειθαρχικές ποινές και διοικητικές κυρώσεις

Ιατροί – Πειθαρχικές ποινές και διοικητικές κυρώσεις

Του Δημήτρη Πιπεράκη, δικηγόρου, διαχειριστή και εταίρου της Piperakis-Kostopoulos Law Firm.

Η σχέση του ιατρού με τον κατά τόπο αρμόδιο ιατρικό σύλλογο διέπεται από μια πλειάδα διάσπαρτων διατάξεων που σχετίζονται είτε με το πεδίο των διοικητικών κυρώσεων που άπτονται της αδειοδότησης και της διοικητικής εποπτείας ως προς τη λειτουργία των ιδιωτικών φορέων παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας (ΠΦΥ) είτε με την αμιγώς πειθαρχική διαδικασία που αφορά σε πειθαρχικά παραπτώματα του ιατρού, όπως αυτά αποτυπώνονται ρητά στην κείμενη νομοθεσία. Συνοπτικά, παραθέτουμε τα εξής:

Ι. Άδεια και λειτουργία ιδιωτικών φορέων παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας (ΠΦΥ).

  • Αρμόδια αρχή για τη χορήγηση, αναστολή και ανάκληση της βεβαίωσης λειτουργίας ιατρείου, πολυιατρείου, διαγνωστικού εργαστηρίου και εργαστηρίου φυσικής ιατρικής και αποκατάστασης είναι ο κατά τόπον αρμόδιος ιατρικός σύλλογος.
  • Αρμόδια αρχή για τη χορήγηση, αναστολή και ανάκληση της βεβαίωσης λειτουργίας οδοντιατρείου, πολυοδοντιατρείου είναι ο κατά τόπον αρμόδιος οδοντιατρικός σύλλογος.
  • Οι ιατρικοί και οδοντιατρικοί σύλλογοι στο πλαίσιο της άσκησης της διοικητικής εποπτείας και ελέγχου ως προς τη λειτουργία των ιδιωτικών φορέων παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας (ΠΦΥ) μπορούν να επιβάλλουν διοικητικές κυρώσεις και πρόστιμα. Ενδεικτικά, διακοπή λειτουργίας – ανάκληση αδείας: 1) Σε περίπτωση θανάτου ή δικαστικής συμπαράστασης του μοναδικού δικαιούχου ή λύσης της εταιρείας. 2) Μετά από αίτηση του δικαιούχου. 3) Στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η άδεια ίδρυσης και λειτουργίας εκδόθηκε κατά παράβαση των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας ή εκ της διαπίστωσης ότι έπαυσαν οι προϋποθέσεις χορηγήσεως αυτής. 4) Στην περίπτωση λήξης του χρόνου ισχύος των αδειών. 5) Στην περίπτωση που δεν τηρούνται οι ουσιαστικοί όροι καλής λειτουργίας και παροχής υπηρεσιών υγείας, σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής και οδοντιατρικής επιστήμης και δεοντολογίας. 6) Στην περίπτωση που χρησιμοποιείται από τον φορέα Π.Φ.Υ. με οποιαδήποτε εργασιακή σχέση, ιατρικό και παραϊατρικό, νοσηλευτικό, τεχνικό, βοηθητικό και διοικητικό προσωπικό που κατέχει οργανική θέση στο ΕΣΥ ή σε υπηρεσίες υγείας ασφαλιστικών οργανισμών.
  • Κάθε ιατρικός – οδοντιατρικός σύλλογος συνιστά μια επιτροπή που αποτελείται από ένα μέλος του Δ.Σ. του, έναν διπλωματούχο μηχανικό που ορίζεται μετά από σχετική πρόταση του Τ.Ε.Ε. και έναν ιατρό ή οδοντίατρο μέλος του ιδίου ή όμορου σε περίπτωση αδυναμίας συλλόγου.
  • Η επιτροπή: α) γνωμοδοτεί για την έκδοση των διοικητικών κυρώσεων και προστίμων μετά από τη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου και β) εποπτεύει και ελέγχει τους φορείς ΠΦΥ κατά τη λειτουργία τους.
  • Οι ανωτέρω διοικητικές κυρώσεις και πρόστιμα εκδίδονται εντός μηνός από την κατάθεση των σχετικών εγγράφων, αιτήσεων, δικαιολογητικών και εισηγήσεων της επιτροπής στους οικείους ιατρικούς ή οδοντιατρικούς συλλόγους και σε κάθε περίπτωση εντός δυο μηνών από την κατάθεση των υποβληθεισών καταγγελιών. Μετά την παρέλευση των ως άνω προθεσμιών, η αρμοδιότητα μετατίθεται στον οικείο Περιφερειάρχη.
  • Το Δ.Σ. του οικείου ιατρικού – οδοντιατρικού συλλόγου μπορεί να απορρίψει την αίτηση για έκδοση πράξεων διοικητικής κύρωσης και προστίμων ή ανάκλησης της βεβαίωσης λειτουργίας του ιατρείου – οδοντιατρείου. Στην περίπτωση βέβαια αυτή, ο κατά τόπον αρμόδιος Περιφερειάρχης δύναται να επιληφθεί της υπόθεσης και να αποφανθεί θετικά επί της αιτήσεως, εκδίδοντας τις σχετικές διοικητικές κυρώσεις ή πράξεις ανάκλησης της βεβαίωσης λειτουργίας εντός προθεσμίας δυο μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης του ΔΣ του οικείου ιατρικού – οδοντιατρικού συλλόγου και των σχετικών εισηγήσεων της επιτροπής.
  • Κατά των ως άνω διοικητικών κυρώσεων και προστίμων, προσβάλλονται από οποιονδήποτε φέρει έννομο συμφέρον με ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον του αρμοδίου Περιφερειάρχη εντός προθεσμίας μηνός από την κοινοποίηση ή την αποδεδειγμένη λήψη και γνώση των πράξεων αυτών. Στην ενδικοφανή προσφυγή δύναται να προστεθεί και σχετικό αίτημα αναστολής της εκτέλεσης των ως άνω διοικητικών κυρώσεων και προστίμων.
  • Η ως άνω ενδικοφανής προσφυγή αποτελεί προϋπόθεση για την προσφυγή του φέροντος έννομο συμφέρον προσώπου ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων αφενός προς ακύρωση των διοικητικών κυρώσεων και προστίμων και αφετέρου προς αναστολή εκτέλεσης αυτών.
  • Τα επιβαλόμενα πρόστιμα αποτελούν δημόσια έσοδα, τα οποία βεβαιώνονται και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.

II. Κώδικας δεοντολογίας και πειθαρχικές ή διοικητικές κυρώσεις.

  • Για κάθε παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας τιμωρείται πειθαρχικά από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα.
  • Επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις της προσωρινής ανάκλησης της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος ή και της προσωρινής παύσης της θέσης στο Δημόσιο για τουλάχιστον 2 έτη και πρόστιμο ποσού 50.000€ έως 200.000€ μετά από την έκδοση απόφασης από τον Υπουργό Υγείας κατόπιν γνώμης του Εθνικού Συμβουλίου Ιατρικής Ηθικής και Δεοντολογίας. Σε περίπτωση υποτροπής επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας επαγγέλματος και οριστική παύση από τη θέση στο Δημόσιο.
  • Περιπτώσεις επιβολής των ως άνω διοικητικών κυρώσεων, συνοπτικά: α) μη αρμόζουσα σχέση ιατρού με φαρμακοβιομηχανίες εν ευρεία εννοία, β) απαγόρευση λήψης αμοιβής από ιατρό που εργάζεται στο Δημόσιο ή τον ΕΦΚΑ, γ) τέλεση συναλλαγής ιατρού με λειτουργό υγείας προς λήψη αμοιβής, δ) χρήση μεσαζόντων προς λήψη αμοιβών, ε) χρήση πειραματικών μεθόδων χωρίς την απαιτούμενη έγκριση, στ) εκμετάλλευση ασθενούς από ψυχίατρο και ζ) κλωνοποίηση.

ΙΙΙ. Πειθαρχικό Δίκαιο Ιατρών.

  • Πειθαρχικά παραπτώματα: α) κάθε παράβαση των καθηκόντων και υποχρεώσεων των ιατρών, όπως καθορίζονται από την κείμενη νομοθεσία ή τις οικείες αποφάσεις του ΔΣ του κατά τόπον αρμοδίου ιατρικού συλλόγου ή του ΔΣ του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου (Π.Ι.Σ.). β) Διαγωγή που δεν συνάδει με την αξιοπρέπεια του ιατρικού επαγγέλματος. γ) Διαγωγή που είναι ασυμβίβαστη προς το λειτούργημα του ιατρού. δ) Συμπεριφορά που δεν συνάδει με την ιατρική ηθική, επιστήμη και δεοντολογία ή που μπορεί να κλονίσει την πίστη της κοινωνίας προς το ιατρικό λειτούργημα.
  • Η ευθύνη για το πειθαρχικό παράπτωμα μπορεί να επιρριφθεί στον ιατρό ατομικά ως φυσικό πρόσωπο.
  • Επίσης ευθύνη ως φυσικά πρόσωπα για κάθε παράπτωμα της ιατρικής νομοθεσίας και δεοντολογίας που διαπράττεται από ιατρικές εταιρείες φέρουν και οι παρακάτω: ιατροί διευθύνοντες σύμβουλοι, νόμιμοι εκπρόσωποι ιατρικών κεφαλαιουχικών εταιρειών (ΑΕ, ΕΠΕ, ΙΚΕ) και ομόρρυθμοι εταίροι προσωπικών εταιρειών (ΟΕ, ΕΕ). Υπόλογος είναι και ο επιστημονικά υπεύθυνος ιατρός αναφορικά με την τήρηση της ιατρικής δεοντολογίας.
  • ‘Ως προς τα πειθαρχικά παραπτώματα που δεν συνιστούν ποινικό αδίκημα: Παραγράφονται μετά την παρέλευση τριετίας από την τέλεσή τους. Κάθε πράξη της πειθαρχικής διαδικασίας, η υποβολή έγκλησης ή η άσκηση ποινικής δίωξης παρατείνει την προθεσμία αυτή κατά τρία επιπλέον έτη. Επίσης, η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η πειθαρχική διαδικασία. Τέλος, η τέλεση νέου πειθαρχικού παραπτώματος προς συγκάλυψη του πρώτου ή τη ματαίωση έγερσης πειθαρχικής δίωξης γι΄ αυτό, διακόπτει επίσης την παραγραφή.
  • Ως προς τα πειθαρχικά παραπτώματα που συνιστούν και ποινικό αδίκημα: Εάν στοιχειοθετούν πλημμελήματα τότε παραγράφονται μετά την παρέλευση πέντε ετών από την τέλεσή τους. Κάθε πράξη της πειθαρχικής διαδικασίας η υποβολή έγκλησης ή η άσκηση ποινικής δίωξης παρατείνει την προθεσμία αυτή κατά τρία επιπλέον έτη. Εάν στοιχειοθετούν κακούργημα, δεν παραγράφονται πριν τη συμπλήρωση της κατά τον Ποινικό Κώδικα προβλεπόμενης παραγραφής. Τέλος, η τέλεση νέου πειθαρχικού παραπτώματος προς συγκάλυψη του πρώτου ή τη ματαίωση έγερσης πειθαρχικής δίωξης γι΄ αυτό, διακόπτει επίσης την παραγραφή.
  • Το διοικητικό συμβούλιο ή το πειθαρχικό συμβούλιο του ιατρικού συλλόγου μπορεί να αναστείλει την παραγραφή έως το πέρας της ασκηθείσας ποινικής δίωξης, με αποτέλεσμα ο χρόνος αυτός να μην μπορεί να συμπληρωθεί πριν την πάροδο δυο ετών από την επίσημη γνωστοποίηση αμετάκλητης απόφασης του ποινικού Δικαστηρίου ή του αμετάκλητου βουλεύματος προς τον ιατρικό σύλλογο. Στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη δεσμεύουν το διοικητικό ή το πειθαρχικό συμβούλιο. Επίσης, τα όργανα αυτά δεσμεύονται από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις και τα αμετάκλητα βουλεύματα που αποφαίνονται να μην γίνει κατηγορία υπό τον όρο ότι η απαλλαγή δεν στηρίχθηκε στην έλλειψη αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων που δεν αποτελούν προϋπόθεση της διοικητικής παράβασης. Επιπλέον, η απονομή χάρης, η αποκατάσταση καθώς και η με οποιοδήποτε τρόπο άρση του ποινικώς κολάσιμου της πράξης που στοιχειοθετεί και πειθαρχικό παράπτωμα ή η ολική ή μερική άρση των συνεπειών της ποινικής καταδίκης, δεν αίρουν το πειθαρχικώς κολάσιμο της πράξης.
  • Υφίσταται το τεκμήριο αθωότητας του διωκόμενου ιατρού. Επίσης κανένας δεν διώκεται για το ίδιο αδίκημα δεύτερη φορά, επιβάλλεται δε μόνο μια πειθαρχική ποινή.
  • Πειθαρχική ποινή: α) έγγραφη επίπληξη, β) πρόστιμο από 150€ έως 20.000€, γ) προσωρινή παύση άσκησης ιατρικού επαγγέλματος από 1 μήνα έως 3 έτη, δ) οριστική παύση άσκησης ιατρικού επαγγέλματος στην περίπτωση βαρέων πειθαρχικών παραπτωμάτων που κατά το ποινικό δίκαιο αποτελούν κακούργημα ή καθ’ υποτροπή πλημμέλημα καθώς και τα πειθαρχικά αδικήματα από τα οποία πηγάζει κίνδυνος για τη δημόσια υγεία ή για ασθενείς ή τα πειθαρχικά αδικήματα που τελούνται κατ΄ επάγγελμα ή καθ’ υποτροπή. Επόμενη συνέπεια της τελεσίδικης καταδίκης αποτελεί και η έκπτωση από τη θέση μέλους του ΔΣ ή του πειθαρχικού συμβουλίου, της εξελεγκτικής επιτροπής, του εκπροσώπου ενώπιον του ΠΙΣ.
  • Πειθαρχικά όργανα: α) Το πειθαρχικό συμβούλιο, β) οι πρόεδροι των ιατρικών συλλόγων, γ) το ανώτατο πειθαρχικό συμβούλιο ιατρών (Α.Π.Σ.Ι.), και δ) ο Υπουργός Υγείας.
  • Αρμοδιότητα προέδρων ιατρικών συλλόγων: Στην περίπτωση ελαφρών παραπτωμάτων, οι πρόεδροι των ιατρικών συλλόγων μπορούν οίκοθεν μετά από κλήση σε απολογία να επιβάλλουν την ποινή της επίπληξης ή του προστίμου έως του ποσού των 5.000€. Κατά της απόφασης αυτής, μπορεί να ασκηθεί ένσταση ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου εντός 15 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης.
  • Αρμοδιότητα ΑΠΣΙ: α) εκδικάζει σε πρώτο βαθμό υποθέσεις παραπτωμάτων των μελών του ΔΣ του ΠΙΣ. Έφεση κατά της απόφασης αυτής χωρεί ενώπιον του Υπουργού Υγείας, ο οποίος εκδίδει την απόφαση του εντός μηνός. β) Εκδίκαση σε δεύτερο βαθμό κατόπιν κατάθεσης από τον τιμωρηθέντα ιατρό ή το ΔΣ του ΠΙΣ σχετικής έφεσης κατά της απόφασης του πειθαρχικού συμβουλίου υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Σε κάθε περίπτωση η απόφαση εκδίδεται εντός 3 μηνών από την εισαγωγή της πειθαρχικής δικογραφίας στο ΑΠΣΙ. Το ΑΠΣΙ στην απόφασή του μπορεί να αποφασίσει τη δημοσιοποίηση των αποφάσεων στην περίπτωση που ο ιατρός καταδικάσθηκε για κακούργημα , κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, απιστία, δωροδοκία, καταπίεση, απιστία περί την υπηρεσία, παράβαση καθήκοντος, αδίκημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας κλπ, εάν υπάρχει κίνδυνος για τη δημόσια υγεία ή για τους ασθενείς.
  • Μετά την υποβολή μιας καταγγελίας στον ιατρικό σύλλογο, ο πρόεδρος οφείλει αμελλητί κατά την πρώτη συνεδρίαση του ΔΣ να τη γνωστοποιήσει στα μέλη, ώστε το εν λόγω όργανο να αποφανθεί αιτιολογημένα για την άσκηση ή μη πειθαρχικής δίωξης ή για τη διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης (Ε.Δ.Ε.). Μπορεί δεν να αποφασίσει τη σύσταση ad hoc επιτροπής για τη διερεύνηση των καταγγελιών και την υποβολή στο ΔΣ σχετικής εισήγησης. Στην περίπτωση που το ΔΣ αποφανθεί περί της άσκησης πειθαρχικής δίωξης, παραπέμπει την υπόθεση το πειθαρχικό συμβούλιο ή στο ΑΠΣΙ (εάν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις).
  • Ως ειπώθηκε ανωτέρω, το ΔΣ του ιατρικού συλλόγου δύναται να διενεργήσει ΕΔΕ όταν έχει σοβαρές υπόνοιες ή σαφείς ενδείξεις για τη διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος, ώστε να συλλεχθούν στοιχεία και να προσδιορισθούν τα πρόσωπα που ευθύνονται. Η ΕΔΕ περατώνεται εντός 2 μηνών από την ημερομηνία που τη τέλεση αυτής ανατεθεί σε μέλος του ΔΣ. Κατά τη διενέργεια της ΕΔΕ καλείται ο ιατρός στον οποίο αποδίδεται η τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος, ώστε να εξετασθεί ανωμοτί αυτοπροσώπως και με τη συνδρομή πληρεξουσίου δικηγόρου. Με το πέρας της ΕΔΕ, υποβάλλεται πόρισμα μετά του αποδεικτικού υλικού στο ΔΣ του ιατρικού συλλόγου, ώστε η υπόθεση να παραπεμφθεί στο πειθαρχικό συμβούλιο προς άσκηση πειθαρχικής δίωξης, εφόσον διαπιστώνεται η τέλεση πειθαρχικού αδικήματος.
  • Δικαιώματα ιατρού κατά την ΕΔΕ: α) αυτοπρόσωπη παράσταση, β) σύμπραξη πληρεξουσίου δικηγόρου, γ) ανωμοτί κατάθεση, δ) πρόταση εξέτασης μαρτύρων, ε) λήψη εγγράφων και στοιχείων της υπόθεσης.
  • Η ώρα του πειθαρχικού συμβουλίου: Το πειθαρχικό συμβούλιο δύναται όταν υπάρχει κίνδυνος διάπραξης από καταδικασμένο ιατρό νεών αδικημάτων, όταν υπάρχει κίνδυνος και ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας, όταν υπάρχει κίνδυνος για ασθενείς, να εισηγηθεί προς τον ΠΙΣ με αιτιολογημένη απόφασή του και μετά από ακρόαση του ενδιαφερομένου ιατρού, την προσωρινή αναστολή της άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος του ιατρού. Ο δε ΠΙΣ προβαίνει στην ανάκληση της βεβαίωσης παύσης ισχύος της αναστολής μετά από σχετική εισήγηση του πειθαρχικού συμβουλίου του ιατρικού συλλόγου. Επίσης, το πειθαρχικό συμβούλιο διενεργεί πειθαρχική ανάκριση πλην της περίπτωσης που τα πραγματικά περιστατικά που πληρούν την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος είναι αναμφισβήτητα, υπάρχει ομολογία του ιατρού, όταν ο ιατρός συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος που αποτελεί και πειθαρχικό αδίκημα, όταν έχει προηγηθεί κύρια ανάκριση ή προανάκριση κατά τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν έχει διενεργηθεί ΕΔΕ ή υφίσταται πόρισμα διοικητικού οργάνου, ώστε να προκύπτει η διάπραξη του πειθαρχικού παραπτώματος. Η πειθαρχική ανάκριση περατώνεται εντός μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης της σχετικής απόφασης του πειθαρχικού συμβουλίου στο πρόσωπο που καλείται να τη διενεργήσει. Μπορεί δε να επεκταθεί στη διερεύνηση και άλλων πειθαρχικών παραπτωμάτων του ιδίου προσώπου. Βασικές ανακριτικές πράξεις αποτελούν: α) η αυτοψία, β) η εξέταση μαρτύρων, γ) η πραγματογνωμοσύνη και δ) η εξέταση του διωκόμενου. Η πειθαρχική ποινή δεν μπορεί να επιβληθεί πριν από την κλήση του διωκόμενου ιατρού σε απολογία, η οποία δεν αναπληρώνεται από την εξέταση του διωκόμενου κατά το στάδιο της ΕΔΕ ή της πειθαρχικής ανάκρισης. Για τη λήψη της απολογίας πρέπει να καθορισθεί σαφώς το αποδιδόμενο πειθαρχικό παράπτωμα, να έχει προηγουμένως ταχθεί προθεσμία για τη λήψη της απολογίας και να είναι στη διάθεση του διωκόμενου το σύνολο των εγγράφων του φακέλου της πειθαρχικής υπόθεσης. Μετά τη λήψη της απολογίας, ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου προσδιορίζει την ημέρα συζήτησης της υπόθεσης, η δε δικάσιμος κοινοποιείται τουλάχιστον 10 ημέρες πριν στον διωκόμενο. Ο τελευταίος παρίσταται αυτοπροσώπως ή δια ή μετά πληρεξουσίου δικηγόρου. Το πειθαρχικό συμβούλιο εκτιμά ελευθέρως τις αποδείξεις και εκδίδει πλήρως αιτιολογημένη πειθαρχική απόφαση, στην οποία σε περίπτωση καταδικαστικής κρίσης, γίνεται μνεία περί του ανασταλτικού ή μη της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης και της άσκησης έφεσης ή περί του προσωρινά εκτελεστού αυτής.
  • Ο τιμωρηθείς ιατρός, ο ασκήσας τη δίωξη ιατρικός σύλλογος ή ο αιτήσας τη δίωξη δύνανται εντός 10 ημερών από την επίδοση της απόφασης να εκκαλέσουν αυτήν ενώπιον του ΑΠΣΙ.

Η Piperakis – Kostopoulos Law Firm διαθέτει την εμπειρία και την τεχνογνωσία να σας συμβουλεύει, αλλά και να σας προστατεύσει προκαταβολικά ή μετά την επέλευση του κινδύνου. Τα ζητήματα που θίγονται ανωτέρω εντάσσονται στο πεδίο των δεξιοτήτων μας, γεγονός που αποτελεί εχέγγυο ως προς τον προσήκοντα από εμάς χειρισμό του θέματος που μας αναθέτετε.