Ο Εκούσιος Πλειστηριασμός στο Πλαίσιο της Δικαστικής Διανομής
«Ο Εκούσιος Πλειστηριασμός στο Πλαίσιο της Δικαστικής Διανομής: Ζητήματα Δεδικασμένου και Διαδικαστικής Συνέχειας»
Η λύση της κοινωνίας επί επικοίνου πράγματος μέσω της δικαστικής διανομής (άρθρα 478 επ. ΚΠολΔ) αποτελεί μια σύνθετη διαδικασία που αποσκοπεί στην ικανοποίηση του δικαιώματος κάθε κοινωνού να παύσει την αναγκαστική συνύπαρξη. Όταν η αυτούσια διανομή κρίνεται ανέφικτη ή ασύμφορη, το δικαστήριο διατάσσει την πώληση του πράγματος με πλειστηριασμό (άρθρο 484 ΚΠολΔ). Ο πλειστηριασμός αυτός, αν και διεξάγεται υπό την εποπτεία της δημόσιας αρχής, συνιστά πώληση του ιδιωτικού δικαίου και διέπεται από ειδικούς κανόνες που διασφαλίζουν τη σταθερότητα της διαδικασίας έναντι μεταγενέστερων μεταβολών.
Κατά το άρθρο 225 του ΚΠολΔ, «1. Η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα .2. Η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει καμία μεταβολή στη δίκη. Ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση.3. Αν ο ενάγων μετεβίβασε το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή σύστησε εμπράγματο δικαίωμα, δεν μπορεί να προταθεί εναντίον του έλλειψη νομιμοποίησης, εκτός αν η απόφαση που θα εκδοθεί δεν δεσμεύει τον ειδικό διάδοχο.» Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η μεταβίβαση του επίδικου αντικειμένου κατά την εκκρεμοδικία δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης, αλλά συνεχίζεται κανονικά με τους ίδιους (αρχικούς) διαδίκους, έως ότου νομίμως περατωθεί. Μέχρι το χρονικό αυτό σημείο εξακολουθεί η εξουσία του μεταβιβάσαντος για τη διεξαγωγή της δίκης. Επομένως, επί μεταβίβασης του επίδικου πράγματος δεν επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής, καθώς δεν λαμβάνει χώρα αντικατάσταση διαδίκου, δεν αλλάζει δηλαδή η νομιμοποίηση των αρχικών διαδίκων, αλλά απλώς το θεμέλιό της, ο δε ειδικός διάδοχος δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου, ούτε εισέρχεται στη θέση του δικαιοπαρόχου του διαδίκου, δικαιούται όμως να παρέμβει στην εκκρεμή δίκη και να καταστεί έτσι διάδικος, η δίκη όμως συνεχίζει να διεξάγεται με τον αρχικό διάδικο, που απαλλοτρίωσε το επίδικο αντικείμενο, ο οποίος εξακολουθεί να νομιμοποιείται εξαιρετικά και αποκλειστικά ως μη δικαιούχος ή μη υπόχρεος διάδικος. Ο μεταβιβάσας ως αποκλειστικά και εξαιρετικά (πλέον) νομιμοποιούμενος διάδικος εξακολουθεί να επιχειρεί και να είναι αποδέκτης όλων των διαδικαστικών πράξεων, οι οποίες ενεργούν έτσι τόσο υπέρ όσο και κατά του αποκτήσαντος ειδικού διαδόχου. Η ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 225 § 2 του ΚΠολΔ σκοπό έχει την προστασία του αντιδίκου ή ακόμα και του ομοδίκου του μεταβιβάσαντος από τις δυσμενείς συνέπειες μιας, παρά τη βούλησή του κατά τη διάρκεια της δίκης, μεταβολής των διαδίκων, εφόσον ο ειδικός διάδοχος δεσμεύεται από το δεδικασμένο της απόφασης, έτσι δε και τον τερματισμό της δίκης με τους αρχικούς διαδίκους. Επιπρόσθετα, συνεκτιμάται το συμφέρον του αποκτήσαντος το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα με τη θέσπιση της δυνατότητάς του να παρέμβει στην εκκρεμή δίκη όχι μόνον με κύρια, αλλά και με αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, έως την έκδοση της αμετάκλητης απόφασης (ΑΠ 1388/2025, ΑΠ 522/2014, ΑΠ 1345/2009, ΑΠ 1727/2006, ΑΠ 870/2006, ΑΠ 1591/2003,ΑΠ 372/1989).
Τα ανωτέρω ισχύουν και στη δίκη διανομής (ΑΠ 152/2000, ΑΠ 437/1998) με την έννοια ότι δεν εμποδίζεται η μεταβίβαση από οποιοδήποτε συγκύριο του εξ αδιαιρέτου μεριδίου του στο κοινό ακίνητο είτε σε τρίτο πρόσωπο, είτε σε άλλο συγκύριο και ήδη διάδικο (ομόδικο ή αντίδικο), η δε ανωτέρω μεταβίβαση ουδεμία μεταβολή επιφέρει στη δίκη και δη αναφορικά με τα μερίδια των συγκοινωνών, ενώ ο ειδικός διάδοχος, εφόσον είναι τρίτο πρόσωπο (ΑΠ 868/2014), έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση. Η μεταβολή αυτή των σχέσεων των κοινωνών ωστόσο, δεν ανατρέπει την τελεσίδικη απόφαση διανομής ούτε συνιστά λόγο ματαίωσης του πλειστηριασμού. Σε διαφορετική περίπτωση, η διαδικασία του πλειστηριασμού δεν θα μπορούσε σχεδόν ποτέ να ολοκληρωθεί, ιδίως στις περιπτώσεις πλειστηριασμού πολλών ακινήτων και ύπαρξης πολλών συγκυρίων, όπου ο καθένας μεταβιβάζει χωριστά το όλο ή μέρος του εξ αδιαιρέτου μεριδίου του κατά τη διάρκεια του πλειστηριασμού. Αυτό σημαίνει πως η διαδικασία του πλειστηριασμού θα διεξαχθεί αποκλειστικά μεταξύ των αρχικών διαδίκων, στο όνομα των οποίων εκδόθηκε η απόφαση. Κατά συνέπεια, η επίδοση της έκθεσης περιγραφής θα πραγματοποιηθεί μόνο στους αρχικούς συγκυρίους (κοινωνούς) και όχι σε τρίτα πρόσωπα που ενδεχομένως απέκτησαν στη συνέχεια κάποιο μερίδιο κοινωνού
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 494 ΚΠολΔ, η επιβολή συντηρητικής ή αναγκαστικής κατασχέσεως δεν εμποδίζει τη δικαστική διανομή. Αντίστροφα, η άσκηση αγωγής διανομής δεν απαγορεύει την επιβολή οποιασδήποτε μορφής κατάσχεσης. Ο εκούσιος πλειστηριασμός, που διεξάγεται μετά την ευδοκίμηση της αγωγής διανομής, είναι έγκυρος. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας του εκούσιου πλειστηριασμού η κατάσχεση πράγματος μετατρέπεται σε κατάσχεση χρηματικής απαιτήσεως στα χέρια του συμβολαιογράφου ως τρίτου για το ποσό που αντιστοιχεί στο κατασχεθέν ιδανικό μερίδιο. Σε περίπτωση, ωστόσο, που η αναγκαστική κατάσχεση οδηγήσει σε αναγκαστικό πλειστηριασμό, ο υπερθεματιστής δεσμεύεται ως ειδικός διάδοχος, εφόσον η αγωγή είχε ασκηθεί πριν από την επιβολή της κατασχέσεως. Αντίθετα, αν η αγωγή διανομής ασκήθηκε μετά την επιβολή της κατασχέσεως, ο υπερθεματιστής δεσμεύεται, εφόσον ο κατασχών είχε προσεπικληθεί και επομένως καταστεί διάδικος στη δίκη.
Η τελεσίδικη απόφαση διανομής αποτελεί το θεμέλιο της διαδικασίας, το οποίο παραμένει ακλόνητο παρά τις μεταβολές στην προσωπική ή ιδιοκτησιακή κατάσταση των κοινωνών. Η προσέγγιση αυτή της νομολογίας διασφαλίζει ότι η κοινωνία θα λυθεί, αποφεύγοντας τις ατέρμονες καθυστερήσεις που θα προκαλούσε η ανάγκη συμμετοχής κάθε νέου διαδόχου στη διαδικασία.